Η κολπική αιμορραγία κατά τη διάρκεια της κύησης με βαρύτητα που ποικίλλει από ελαφρά καφεοειδείς κολπικές εκκρίσεις μέχρι πολύ έντονη αιμορραγία δεν είναι σπάνια και προκαλεί ανησυχία στην έγκυυο και προβληματισμό για την εξέλιξη ή μη της εγκυμοσύνης. Είναι πολύ συχνότερη στο 1ο τρίμηνο, και αφορά περίπου στο 20-40% του συνόλου των κυήσεων. Σε περισσότερες από τις μισές ανάλογες περιπτώσεις η πρόγνωση είναι άριστη και η κύηση θα εξελιχθεί ομαλά στο 75-90%.
Η προέλευση του αίματος, είναι σχεδόν αποκλειστικά μητρική και όχι εμβυική. Συνηθέστερα, οφείλεται σε ρήξη των αγγείων στο στρώμα τη μήτρας ή σε μικρές ρήξεις στο τράχηλο της μήτρας. Η διάγνωση εξαρτάται από την ηλικία κύησης, το χαρακτήρα της αιμορραγίας (ήπια ή βαριά, διαλείπουσα ή συνεχής) καθώς και τη συνύπαρξη κοιλιακού άλγους ή όχι καθώς και άλλων συμπτωμάτων, όπως ζάλη και τάση λιποθυμίας. Κλινικά, μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε συνδυασμό βαριάς ή ήπιας, διαλείπουσας ή συνεχούς, ανώδυνης ή επώδυνης αιμορραγίας.
Οι βασικές αιτίες είναι οι εξής:
- Απώλεια αίματος κατά τη φυσιολογική διαδικασία εμφύτευσης της κύησης
- Αποβολή (επαπειλούμενη, ατελής ή πλήρης)
- Έκτοπη κύηση
- Παθολογία στη μήτρα, στο τράχηλο ή το κόλπο (λοίμωξη, πολύποδας κτλ).
Η ακριβής αιτιολογία της αιμορραγίας, σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί. Στόχος αρχικά είναι, ο αποκλεισμός της έκτοπης κύησης ή κάποιας άλλης σοβαρής παθολογίας, που μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή της μητέρας. Ας σημειωθεί ότι αυτές οι επικίνδυνες καταστάσεις μπορεί να εκδηλώνονται αρχικά με ήπια ανώδυνη αιμορραγία, για το λόγο αυτό κάθε κολπική αιμορραγία θα πρέπει τίθεται υπόψιν του θεράποντος ιατρού, να θεωρείται σοβαρή μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο και να διερευνάται ανάλογα.
Το υπερηχογράφημα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο κατά την εκτίμηση της κατάστασης στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.
- Θα απεικονίσει τη θέση του εμβρυικού σάκκου και επιβεβαιώσει την ύπαρξη ενδομητρίου κυήσεως ή θα θέσει την υποψία ή ακόμα και τη διάγνωση εξωμητρίου κυήσεως. Να επισημάνουμε ότι σε τιμές βhCG >1000iu θα πρέπει να βλέπουμε υπερηχογραφικά ενδομήτριο σάκκο κύησης. Σε αντίθετη περίπτωση πρόκειται για εξωμήτριο κύηση ή πλήρη αποβολή, που έχει προηγηθεί.
- Η διαπίστωση εμβρυικής καρδιακής λειτουργίας θα επιβεβαιώσει τη βιωσιμότητα της κύησης και θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η καρδιακή λειτουργία εμφανίζεται συνήθως στην αρχή της 7ης εβδομάδας και σε CRL >2.5mm.
- Κατά την αρχόμενη κύηση στην 5η εβδομάδα όταν αυτή δεν απεικονίζεται ακόμη υπερηχογραφικά τα ευρήματα αξιολογούνται σύμφωνα με τα επίπεδα της β-χοριακής (β-hCG) στο αίμα της επιτόκου και η εκτίμηση της βιωσιμότητας βασίζεται στο φυσιολογικό ρυθμό αύξησης της βhCG.
Σπανιότερα αίτια κολπικής αιμορραγίας στην εγκυμοσύνη είναι τα ινομυώματα, οι πολύποδες, τα οξυτενή κονδυλώματα, τα τραύματα του γεννητικού συστήματος, το εκτρόπιο και οι νεοπλασίες του τραχήλου.
Η διάγνωση φυσιολογικής αιμορραγία από την εμφύτευση της τροφοβλάστης μέσα στη μήτρα τίθεται όταν τα υπόλοιπα αίτια έχουν αποκλειστεί. Συνηθέστερα η αιμορραγία είναι διαλείπουσα, σταγονοειδής, ανώδυνη και συμβαίνει 10-14 μέρες μετά τη σύλληψη. Ο ακριβής μηχανισμός αυτής της αιμορραγίας είναι αμφισβητούμενος. Σε αυτή τη περίπτωση δεν απαιτείται θεραπεία, αλλά μόνο εφησυχασμός της επιτόκου.
Ποια η πρόγνωση της κολπικής αιμορραγίας στο 1ο τρίμηνο;
Μελέτες έχουν δείξει τη συσχέτιση της κολπικής αιμορραγίας στο 1ο τρίμηνο με επιπλοκές αργότερα στη κύηση, όπως αποβολή, πρόωρο τοκετό, πρόωρη ρήξη υμένων και περιορισμένη ανάπτυξη του εμβρύου (IUGR). Η πρόγνωση είναι άριστη όταν η αιμορραγία είναι ήπια και περιορισμένη στο 1ο τρίμηνο, ειδικότερα νωρίτερα των 6 εβδομάδων της κύησης. Αντίθετα, όταν η αιμορραγία είναι βαρύτερη, είτε εξακολουθεί στο 2ο τρίμηνο, η πρόγνωση είναι φτωχότερη.
Ποια η κατάλληλη θεραπεία;
Για την αιμορραγία στο 1ο τρίμηνο της κύησης δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπεία, ενώ δεν έχει διαπιστωθεί κάποια αποτελεσματική ιατρική παρέμβαση. Η χορήγηση προγεστερόνης από το στόμα, κολπικά ή ενέσιμα σε υψηλές δόσεις, παρά την ευρεία χρήση στη χώρα μας από αρκετούς ιατρούς δεν έχει ανάλογη φαρμακευτική ένδειξη και δεν έχει αποδειχθεί να μειώνει την πιθανότητα αποβολής, εκτός ίσως από τις περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων αποβολών (πάνω από 3), όπου φαίνεται να έχει ελαφρά ευεργετική επίδραση. Συνήθως συστήνεται ανάπαυση της επιτόκου, όμως ούτε αυτή έχει συνήθως θετική επίδραση στη πρόγνωση.
Να μην ξεχνάμε ότι ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό αποβολών οφείλεται σε μη φυσιολογικά έμβρυα, κατάσταση που δεν επιδέχεται θεραπείας.



